ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΦΩΤΟΘΗΚΗ
 
 
© 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Μονή Τιμίου Προδρόμου Μπαλί - τοιχογραφία Τράπεζας
Η Μονή του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου Αττάλης, βρίσκεται σε απόσταση 30 χλμ περίπου ανατολικά του Ρεθύμνου, πολύ κοντά στον παραθαλάσσιο οικισμό Μπαλί. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσής της παραμένει άγνωστη, η αρχιτεκτονική όμως των κτηρίων του συγκροτήματος και οι λίγες επιγραφές που διατηρούνται in situ παραπέμπουν στην περίοδο της όψιμης Βενετοκρατίας (16ος-17ος αιώνας). Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές και τις αρχαιολογικές έρευνες, στη θέση του σημερινού συγκροτήματος υπήρχε ένας μικρός ναός αφιερωμένος στο Γενέσιο του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και λίγα κελιά στη δυτική πλευρά του. Γύρω στο 1630/35 φαίνεται ότι η Μονή ανακαινίστηκε ριζικά. Το κτιριακό συγκρότημα απέκτησε ενιαία μορφή με τη διαφορά ότι η διάταξη των χώρων στο εσωτερικό του περιβόλου δεν είναι η συνήθης, καθώς λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους ο χώρος διαμορφώνεται σε κλιμακωτά επίπεδα. Έτσι το Καθολικό δε βρίσκεται στο κέντρο του περιβόλου της Μονής, αλλά στα ΒΑ και μάλιστα έξω από αυτόν. Το κελιά καταλαμβάνουν τη νότια πλευρά του συγκροτήματος και διατάσσονται γύρω από μια στενόμακρη εσωτερικά αυλή, στο νότιο τμήμα της οποίας βρίσκεται το διώροφο Ηγουμενείο και η Τράπεζα. Οι πτέρυγες αντιστηρίζονται με αλλεπάλληλα τόξα. Τα υπόλοιπα κτίσματα που έχουν σχέση με τις γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες των μοναχών (ελαιοτριβείο, αποθηκευτικοί χώροι κτλ) βρίσκονται κοντά στην κύρια πύλη της Μονής στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος.

Το Καθολικό της Μονής είναι ένας δίκλιτος ναός τα κλίτη του οποίου επικοινωνούν με δύο μεγάλα τοξωτά ανοίγματα. Το αρχικό, βόρειο κλίτος είναι αφιερωμένο στη Γέννηση του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, ενώ το νότιο στην Αποτομή του. Από τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία αλλά και από τις ανισοϋψείς στέγες μαρτυρούνται τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις. Ο αρχικός μικρός ναΐσκος που χρονολογείται πιθανότατα στα τέλη του 14ου/αρχές 15ου αιώνα, βρισκόταν στα ΒΑ και ήταν τοιχογραφημένος. Ο ναός μετατράπηκε στη συνέχεια σε απλό δίκλιτο, πιθανότατα κατά το 16ο αιώνα.Στη συνέχεια τα δύο κλίτη επεκτάθηκαν προς τα δυτικά με υψηλότερες οξυκόρυφες καμάρες και βελτιώθηκε η επικοινωνία μεταξύ τους με μεγάλα τόξα. Την περίοδο αυτή, η κύρια είσοδος μεταφέρθηκε στη νότια πλευρά, η οποία διαμορφώθηκε σε μία ιδιαίτερα επιμελημένη όψη με ισόδομη λαξευτή τοιχοποιία στην οποία έχει χρησιμοποιηθεί ο ντόπιος ασβεστόλιθος με λοξότμητες ακμές και βαθύ αρμό (pugnato). Το περίτεχνο θύρωμα με τις έντονα δυτικές επιδράσεις είναι τοξωτό και εγγράφεται σε ορθογώνιο λιθανάγλυφο πλαίσιο, το οποίο επιστέφεται από τριγωνικό αέτωμα. Εκατέρωθεν, δύο ορθογώνια παράθυρα επιστέφονται επίσης από παρόμοια τριγωνικά αετώματα. Ανατολικά οι δύο ημικυκλικές αψίδες διαθέτουν από ένα μικρό ορθογώνιο άνοιγμα. Τα ανάγλυφα αγιοθύριδα φέρουν απλό γεωμετρικό και φυτικό διάκοσμο.

Η μεγάλη Τράπεζα της Μονής βρίσκεται στο νότιο τμήμα της εσωτερικής αυλής. Πρόκειται για μια επιμήκη αίθουσα, η είσοδος της οποίας βρίσκεται στη δυτική πλευρά, όπου επίσης υπάρχουν ένα ανάλογης μορφής παράθυρο και μια μικρή κόγχη.Στον βόρειο τοίχο, σε μικρά τμήματα του ανατολικού και του δυτικού, σώζονται σε κακή κατάσταση διατήρησης τοιχογραφίες που χρονολογούνται στις αρχές του 17ου αιώνα, από τα ελάχιστα δείγματα της περιόδου αυτής στην Κρήτη. Δεν είναι βέβαιο αν και οι υπόλοιποι τοίχοι της αίθουσας υπήρξαν επίσης τοιχογραφημένοι καθώς σήμερα δεν σώζονται πια ίχνη. Διατηρούνται ο Ευαγγελισμός και η Φιλοξενία του Αβραάμ. Κάτω από τις δύο αυτές μεγάλες συνθέσεις διακρίνονται αμυδρά ολόσωμοι άγιοι και ασκητές.
Συντάκτης
Βαρθαλίτου Πετρούλα, αρχαιολόγος