ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΦΩΤΟΘΗΚΗ
 
 
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
Σχεδιαστική αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου της Μίεζας (Σχέδ. Γ. Καραδέδος)
Το αρχαίο θέατρο στην περιοχή Μπελοβίνα Κοπανού του Δήμου Ανθεμίων του Νομού Ημαθίας ανήκει στην αρχαία πόλη της Βοττιαίας Μίεζα. Εντοπίστηκε το 1992 κατά τις εργασίες διάνοιξης υπόγειου αρδευτικού δικτύου. Ανασκάφηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του από το 1993 ως το 1995 από τις αρχαιολόγους Βικτώρια Αλλαμανή και Βάσω Μισαηλίδου, ενώ το 1998 πραγματοποιήθηκαν συμπληρωματικές διερευνητικές τομές. Το 1997 άρχισε η σύνταξη μελέτης για τη συντήρηση και την αποκατάστασή του από ομάδα μελέτης με επικεφαλής τον Αν. Καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γιώργο Καραδέδο (Εικ. 1). Το 2005 συντάχθηκε νέα μελέτη για το μνημείο, η οποία εγκρίθηκε από το Κ.Α.Σ. το 2006 (Εικ. 2). Το 2007 το έργο «Αρχαίο Θέατρο Μίεζας: Έρευνα - Συντήρηση - Αποκατάσταση? εντάχθηκε στο πρόγραμμα ?Πολιτισμική Εγνατία? του Γ' Κ.Π.Σ. με συνολικό προϋπολογισμό 500.000 €. Στο πλαίσιο του προγράμματος πραγματοποιήθηκαν εργασίες από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβριο του 2007 και από τον Μάρτιο ως τον Νοέμβριο του 2008.


Το θέατρο της Μίεζας είναι ένα σχετικά μεγάλο επαρχιακό θέατρο, κατασκευασμένο με αρκετό υλικό σε δεύτερη χρήση (Εικ. 3). Βρίσκεται στην πλαγιά ενός χαμηλού λόφου με θέα στον κάμπο και προσανατολισμό προς ανατολικά. Το κοίλο έχει λαξευτεί κατά το μεγαλύτερο του μέρος στο φυσικό μαλακό πωρόλιθο, πάνω στον οποίο έχουν τοποθετηθεί οι σειρές των εδωλίων. Σώζεται το μεγαλύτερο μέρος των λίθων από τις επτά πρώτες σειρές τους. Λαξεύσεις στο φυσικό βράχο, ωστόσο, βεβαιώνουν την ύπαρξη τουλάχιστον 19 βαθμίδων. Τέσσερις κλίμακες ανόδου το χωρίζουν σε πέντε κερκίδες. Οι τοίχοι των παρόδων είχαν τοποθετηθεί αρχικά σε ευθεία γραμμή σε σχέση με τα εδώλια και παράλληλα στον τοίχο του προσκηνίου. Όμως, μετά από την κατάρρευσή τους στα ρωμαϊκά χρόνια κτίστηκαν πάνω στο φυσικό βράχο σε οξεία γωνία σε σχέση με τα εδώλια, με στόχο την ελαχιστοποίηση των ωθήσεων των χωμάτων πίσω από αυτούς. Η ορχήστρα είναι ημικυκλικού σχήματος, επεκτείνεται όμως λίγο περισσότερο προς τη σκηνή και έχει διάμετρο 22 μέτρα. Το σκηνικό οικοδόμημα αποτελείται από το κύριο κτήριο της σκηνής και το προσκήνιο. Στις δύο άκρες της σκηνής δημιουργούνται τα παρασκήνια, τα οποία προεξέχουν από τον υπόλοιπο τοίχο της. Από τη σκηνή σώζονται, στο επίπεδο της θεμελίωσής της, το νότιο παρασκήνιο και μικρά τμήματα τοίχων στο νότιο τμήμα της, ενώ όλοι οι υπόλοιποι λίθοι λιθολογήθηκαν στα μεταγενέστερα χρόνια. Η έρευνα, όμως, έδωσε τη δυνατότητα για την αποκατάσταση της κάτοψής της με τριμερή διαίρεση των χώρων στον άξονα Β - Ν και διμερή στον άξονα Α - Δ. Πίσω από την σκηνή αποκαλύφθηκε η ΝΔ γωνία ενός κτηρίου, το οποίο ανήκει στην ίδια οικοδομική φάση με το κύριο κτήριο της σκηνής.


Οι χαράξεις του μνημείου αποδεικνύουν ένα ιδιόμορφο συνδυασμό χαράξεων ελληνικού και ρωμαϊκού θεάτρου, όπως μας τις παραδίδει ο Βιτρούβιος. Εκτός από τις χαράξεις, παρατηρείται, επίσης, ανάμειξη κατασκευαστικών, τυπολογικών και μορφολογικών στοιχείων, που χαρακτηρίζουν τόσο τα ελληνιστικά, όσο και τα ρωμαϊκά θέατρα. Το μνημείο με βάση τα παραπάνω, καθώς και τη ρωμαϊκή κεραμική, που προήλθε από την ανασκαφή, χρονολογήθηκε από τους ανασκαφείς του στα πρώιμα ρωμαϊκά χρόνια.


Οι νεότερη αρχαιολογική έρευνα κατά το 2007 και 2008 έδωσε στοιχεία για την ύπαρξη τριών οικοδομικών φάσεων του μνημείου. Η παλαιότερη τοποθετείται στα ελληνιστικά χρόνια. Από τη φάση αυτή σώζονται τρεις παλαιότερες κλίμακες του κοίλου. Με βάση τις σωζόμενες αυτές κλίμακες και αποκαθιστώντας το γραφικά προκύπτει ένα αρκετά μεγάλο κοίλο με 8 κλίμακες (ή 10 μαζί με τις κλίμακες των αναλημματικών τοίχων των παρόδων) και 9 κερκίδες. Οι αναλημματικοί τοίχοι των παρόδων βρίσκονται σε ευθεία γραμμή μεταξύ τους και όχι σε αμβλεία γωνία.


Μετά τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. οικοδομείται ένα νέο ύστερο ελληνιστικό - πρώιμο ρωμαϊκό θέατρο (Α' ρωμαϊκή φάση). Ως terminus post quem για την οικοδόμησή του αποτελούν οι νομισματικές μαρτυρίες στη φάση κατασκευής του, οι αυτόνομες κοπές Πέλλας, Θεσσαλονίκης και οι κοπές Μακεδόνων, εποχής Φιλίππου Ε΄ και Περσέα. Ωστόσο δεν μπορεί να κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, όπως δείχνει και η απουσία ρωμαϊκών νομισμάτων. Συγκρίσεις με πρώιμα ρωμαϊκά θέατρα του ύστερου 2ου-αρχών 1ου αιώνα π.Χ. επιβεβαιώνουν μια χρονολόγηση στην περίοδο αυτή. Στη φάση αυτή το κοίλο ανοικοδομείται με λίγο διαφορετικό κέντρο χάραξης, με 4 κλίμακες και 5 κερκίδες. Ήταν πιθανόν μικρότερο από το ελληνιστικό. Εκτός από το κοίλο κατασκευάζεται ένα λίθινο σκηνικό οικοδόμημα με προσκήνιο και σκηνή.


Η μερική κατάρρευση του κοίλου και ενός τμήματος της σκηνής μετά από ένα βίαιο γεγονός, πιθανόν στον 2ο αιώνα μ.Χ., οδήγησε στην πρόχειρη κατασκευή των αναλημματικών τοίχων πάνω στο φυσικό βράχο και όχι στην αρχική τους θέση και στην επιδιόρθωση τμήματος της σκηνής (Β' ρωμαϊκή φάση). Με βάση τις νομισματικές μαρτυρίες και την κεραμική από τα ανώτερα στρώματα καταστροφής της σκηνής, το θέατρο φαίνεται ότι συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι και τον 4ο αιώνα μ.Χ.


Οι εργασίες αποκατάστασης του θεάτρου προχώρησαν σε μεγάλο βαθμό. Συμπληρώθηκαν με νέο υλικό (πωρόλιθο) τα εδώλια του κοίλου μέχρι και την 7η βαθμίδα και του κτηρίου της σκηνής στο επίπεδο της θεμελίωσής του. Λαξεύτηκαν αρκετοί από τους νέους λίθους που τοποθετήθηκαν. Καθαρίστηκε μέρος των 148 σωζόμενων αρχαίων λίθων και ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα διάβρωσης, συμπληρώθηκαν με κονίαμα.
Συντάκτης
Νεκτάριος Πουλακάκης, αρχαιολόγος,