 |
|
 |
 |
 |
Οικία - Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά. Νότια εξωτερική όψη, μετά τις εργασίες αποκατάστασης.
|
 |
 |
Στον Πύργο της Τήνου, εκεί όπου το φως ανακλάται στο μάρμαρο, στέκει η οικία όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες που ανέδειξε ποτέ η Ελλάδα. Το έργο αφορά την αποκατάστασή της οικίας, τον επανασχεδιασμό της μόνιμης έκθεσής της, με στόχο να αναδειχθεί όχι μόνο το σοφά δομημένο λαϊκό σπίτι των Κυκλάδων, αλλά και ο χώρος όπου η καθημερινότητα και η καλλιτεχνική δημιουργία συνυπήρξαν για δεκαετίες. Συνδεδεμένη με την οικογένεια Χαλεπά ήδη από το 1876, φιλοξένησε τον καλλιτέχνη (1851 - 1938) από την οριστική επιστροφή του στην Τήνο το 1902 έως το 1930. Κηρύχθηκε από το ΥΠΠΟ ως νεώτερο μνημείο το 1968 (ΦΕΚ Β΄ 726/24.12.1968), λειτουργεί ως μουσείο από το 1971 και προστατεύεται με τις διατάξεις του Ν. 4858/2021 για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Πριν την υλοποίηση του παρόντος έργου που εκτελέστηκε με την ευθύνη και την μέριμνα της ΥΝΜΤΕΑΑΣΕΚ, η οικία παρουσίαζε εκτεταμένες φθορές [οικοδομικές και δομητικές βλάβες, ασύμβατες μεταγενέστερες επεμβάσεις, ασταθές μικροκλίμα που απειλούσε τα εκθέματα, παλαιάς τεχνολογίας στοιχεία Η/Μ, ελλιπή προσβασιμότητα και βασικές δομές (χώρο υγιεινής)], ενώ δεν προστατεύονταν επαρκώς τα κεκαλυμμένα στους τοίχους της ανώτερης στάθμης γραφήματα / προσχέδια του καλλιτέχνη.
Η αποκατάσταση, συνολικού προϋπολογισμού 713.030 ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και εν μέρει από Εθνικούς Πόρους, και υλοποιήθηκε σε τέσσερις φάσεις (2021 - 2026): τεκμηρίωση και μελέτες, ένταξη και αδειοδοτήσεις, μουσειολογικός σχεδιασμός και, τέλος, εκτέλεση των επεμβάσεων αποκατάστασης και εγκατάσταση της έκθεσης, με ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης τον Δεκέμβριο του 2025 και της έκθεσης τον Μάιο του 2026.
Κάθε επέμβαση σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις αρχές της ελάχιστης δυνατής παρέμβασης, της αναστρεψιμότητας, της συμβατότητας των υλικών και της διατήρησης του μέγιστου δυνατού ποσοστού αυθεντικού υλικού, με οδηγό τις διεθνείς διακηρύξεις για την προστασία των ιστορικών κτηρίων. Χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά υλικά και τεχνικές (εφαρμογή επιχρισμάτων τύπου σαρδέλα, κ.λπ.), οι νέες Η/Μ εγκαταστάσεις εντάχθηκαν διακριτικά και ο νέος χώρος υγιεινής τοποθετήθηκε εκτός του ιστορικού κτηρίου. Το ανανεωμένο Μουσείο - Οικία Χαλεπά εξασφαλίζει πλήρη προσβασιμότητα χωρίς αλλοίωση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας και της κλίμακας του μνημείου. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή των τοπικών τεχνιτών, που συνδύασαν την επιστημονική τεκμηρίωση με τη βιωμένη οικοδομική τους εμπειρία.
Ιδιαίτερη πρόκληση αποτέλεσε η διαχείριση των διαδοχικών στρωμάτων από γραφήματα / προσχέδια με μολύβι του Χαλεπά στους τοίχους, μοναδικών τεκμηρίων της δημιουργικής του διαδικασίας. Καθώς η υφιστάμενη γνώση δεν επιτρέπει την πλήρη αποκάλυψή τους χωρίς κίνδυνο απώλειας δεδομένων, επιλέχθηκε η διατήρηση και συνεχής παρακολούθησή τους, με το μουσείο να λειτουργεί ως ανοικτό πεδίο μελλοντικής, μη επεμβατικής έρευνας.
Η νέα μουσειολογική προσέγγιση αναδεικνύει την ίδια την Οικία - τους χώρους, τις επιφάνειες, τα ίχνη της παρουσίας του Χαλεπά - ως το κύριο έκθεμα, ξεπερνώντας τη σύγχυση αυθεντικού και μεταγενέστερου που είχε δημιουργήσει η προσθήκη επίπλων από το 1971.
Το έργο ενισχύει τη σύνδεση του μνημείου με τη ζωντανή παράδοση της μαρμαροτεχνίας της Τήνου, εγγεγραμμένη στην ¶υλη Πολιτιστική Κληρονομιά της UNESCO, και με φορείς όπως η Σχολή Καλών Τεχνών και Μαρμαροτεχνίας Πανόρμου και το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας του Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, εντασσόμενο σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα που μεταδίδει την τεχνογνωσία στις νεώτερες γενιές τεχνιτών μαρμάρου / καλλιτεχνών, οι οποίοι συμμετέχουν διαχρονικά σε σημαντικά έργα αναστήλωσης σε όλη την Ελλάδα.
Η προσωπικότητα του Γιαννούλη Χαλεπά κατέχει κεντρική θέση στο έργο. Ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεότερης ελληνικής γλυπτικής, με διεθνή απήχηση, συμβολίζει τη δύναμη της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, τη διαφορετικότητα και την ψυχική υγεία. Το μουσείο προσεγγίζει την κληρονομιά του όχι μόνο ως ιστορικό τεκμήριο αλλά και ως ζωντανή πηγή προβληματισμού, ενώ το έργο αναδεικνύει έναν τρόπο αντιμετώπισης μικρών οικισμών απέναντι στην κλιματική αλλαγή και την τουριστική πίεση.
Στο πλαίσιο αυτό, η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής, Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Κυκλάδων, σχεδίασε και υλοποίησε δράσεις εξωστρέφειας και συμμετοχής του κοινού, σε συνεργασία με σχολεία, πανεπιστήμια και εκπαιδευτικούς φορείς, συμβάλλοντας στη διάδοση της γνώσης και στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά.
|