ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
 
 
Το Ιουστινιάνειο Τείχος γνωστό ως "Εξαμίλιο" εκτεινόταν κατά μήκος του Ισθμού από τις ακτές του Σαρωνικού ως τον κορινθιακό κόλπο, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα οχυρωματικά έργα για την προστασία και άμυνα της Πελοποννήσου από βαρβαρικές επιδρομές.

Το διίσθμιο τείχος μήκους 7.500μ. και πλάτους 3,00μ. ενισχύεται με τετράπλευρους πύργους οι οποίοι εξέχουν της τειχογραμμής κατά ίσα περίπου μεσοδιαστήματα. Έχει θεμελιωθεί απ' ευθείας επί του φυσικού βράχου και ακολουθεί την φυσική διαμόρφωση του εδάφους.

Στην εξωτερική όψη έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευτοί δόμοι από κορινθιακό ψαμμίτη. Μερικοί από τους δόμους που βρέθηκαν στην ανασκαφή του τείχους και φέρουν κυμάτια, γλυφές, αναθυρώσεις και τόρμους συνδέσμων προέρχονται πιθανότατα από το γειτονικό ιερό του Ισθμίου Ποσειδώνα. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη όπως βάσεις, σπόνδυλοι, κορμοί κιόνων, τμήματα επιστυλίων με κοιλόκυρτα κυμάτια, τμήματα γείσων με γεισίποδες, πλάκα με μεγαλογράμματη λατινική γραφή.

Αμελή τοιχοποιία παρουσιάζει η εσωτερική πλευρά, επιχρισμένη με κονίαμα που φέρει διακοσμητικά μυστρίσματα όπως : διπλές γραμμές σε οριζόντια, κάθετη ή διαγώνια διάταξη, τρίγωνα, εμπίεστοι κύκλοι, ιχθυάκανθα.

Ο ενδιάμεσος πυρήνας αποτελείται από λίθους και κονίαμα. Οι πύργοι είναι δομημένοι από άρτια λαξευμένους πωρόλιθους με ισοδομικό κατά το πλείστον σύστημα.

Η σημερινή μορφή του τείχους παρουσιάζει στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ιουστινιάνειο τρόπο δόμησης : 1) άφθονη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού, 2) τοποθέτηση πλίνθων, μικρών λίθων και ισχυρού κονιάματος στους αρμούς, 3) χάραξη μιστρισμάτων στο κονίαμα, 4) εφαρμογή της "εμπλέκτου" τεχνικής, που συνίσταται από εγκάρσια τοποθετημένους δόμους που συνδέουν την όψη του τείχους με τον πυρήνα, παρεμποδίζοντας αποσπάσεις και καταρρεύσεις.

Οι οικοδομικές φάσεις ανοικοδόμησης και επισκευών, που πραγματοποιήθηκαν αποτελούν μαρτυρία της μακραίωνης ιστορίας του τείχους.

Η 1η κατασκευή του τείχους έγινε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β΄ (408-451μ.Χ.). Αφορμή για την ανάληψη ενός τόσο εκτεταμένου οχυρωματικού έργου ήταν οι επιδρομές του Αλάριχου του οποίου η παρουσία και οι καταστροφές στα γειτονικά Ίσθμια είναι αρχαιολογικά επιβεβαιωμένα. Σεισμοί του α΄ μισού του 6ου αιώνα προκάλεσαν καταστροφή και εξασθένηση του τείχους. Ανάμεσα στα έτη 548-560μ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός μερίμνησε για την ανοικοδόμηση του τείχους. Η ανοικοδόμηση αυτή εντάσσεται στο γενικότερο ενδιαφέρον που επέδειξε ο Ιουστινιανός για την οχύρωση πολλών πόλεων της αυτοκρατορίας, όπως παραδίδει ο Προκόπιος στο έργο του "Περί κτισμάτων". Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο λίγα στοιχεία δείχνουν ότι το τείχος χρησιμοποιήθηκε για άμυνα απέναντι σε εισβολείς από τον Βορρά. Τον ύστερο 14ο αιώνα η απειλητική παρουσία των Τούρκων καθιστούσε αναγκαία την ανοικοδόμηση του τείχους. Ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ ήταν ο πρώτος που την σχεδίασε χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσει. Η επισκευή έγινε τελικά από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο, ο οποίος επέβλεψε προσωπικά τις εργασίες που ολοκληρώθηκαν σε 25 μέρες. Το 1431 οι Τούρκοι με επικεφαλής τον Τουραχάν καταστρέφουν το Εξαμίλιο. Το 1443 ο δεσπότης και μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος ανοικοδόμησε το τείχος. Τρία χρόνια αργότερα το τείχος υποχώρησε στους βομβαρδισμούς των Τούρκων από τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ και κυριεύτηκε. Το 1452 ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ έστειλε τον Τουραχάν που πέρασε το Εξαμίλιο παρά την γενναία και τελευταία άμυνα του τείχους από τους βυζαντινούς. Κατά το β΄ μισό του 15ου αιώνα οι Βενετοί επισκεύασαν το τείχος με πρόχειρα και ευτελή υλικά.

Η σημερινή μνημειακή μορφή του τείχους με τους 67 καταμετρημένους πύργους και το προσαρτημένο σε αυτό φρούριο στα Ίσθμια οφείλεται κυρίως στην ανοικοδόμηση από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και εν μέρει στις επισκευές του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου.

Η συνεχής χρήση του Ιουστινιάνειου τείχους για διάστημα μεγαλύτερο των 1.000 ετών αποδεικνύει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που επεδείχθη για την προστασία και έλεγχο της Πελοποννήσου.
Συντάκτης
Κωνσταντίνα Σκαρμούτσου, αρχαιολόγος ΠΕ με βαθμό Α