ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΦΩΤΟΘΗΚΗ
 
 
© ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ -ΚΑ ΕΠΚΑ
Αναπαράσταση του Ιερού απο το Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή


ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ (Κεντρική κάτοψη)

Α' ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ (τέλη 4ου αι. π.Χ.-α' τέταρτο 3ου αι. π.Χ.)

Η ίδρυση και η επέκταση του Ιερού αποτελούν τμήμα ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος, που υλοποίησαν, κατά την περίοδο της κυριαρχίας τους στις Κυκλάδες, οι Μακεδονικοί Βασιλικοί Οίκοι των Αντιγονιδών και των Λαγιδών, που διαδέχτηκαν τον Μέγα Αλέξανδρο.

Το Ιερό απέκτησε, γρήγορα, πανελλήνια φήμη, με αποκορύφωμα τον 3ο αι. π.Χ., οπότε και απετέλεσε πόλο έλξης για προσκυνητές, ακόμα και πέρα από τα όρια του Ελλαδικού χώρου, όπως η Κάτω Ιταλία, η Μικρά Ασία και η Αφρική.

Στην αρχική Α΄ οικοδομική φάση ανήκουν ο Ναός, η Κρήνη, το Κτήριο Β («'Αβατον» ή Θεραπευτήριο) και το Κτήριο Q («Εστιατόριον»). Τα κτήρια θεωρείται ότι εξυπηρετούσαν την άσκηση της λατρείας και τις τελετουργικές πρακτικές με σκοπό την θεραπεία των ασθενών.

Ο αρχικός Ναός (1) (τέλη 4ου αι. π.Χ.) ήταν ορθογώνιο οικοδόμημα με δύο εσωτερικούς χώρους, τον πρόναο και τον κυρίως ναό (σηκό). Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ., αντικαθίσταται από μεγαλύτερο ναό δωρικού ρυθμού με την προσθήκη τεσσάρων μαρμάρινων κιόνων, σε κάθε μία από τις κύριες όψεις (ανατολικά και δυτικά). Ο σηκός στέγαζε τα υπερφυσικά αγάλματα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, έργα του Αθηναίου γλύπτη Τελεσίνου. Το κτήριο έφερε γλυπτό διάκοσμο με σύμβολα και μορφές, που σχετίζονται με τη λατρεία του Ποσειδώνα, όπως είναι τα Δελφίνια και οι Ιππόκαμποι (θαλάσσια τέρατα με τη μορφή κατά το ήμισυ αλόγου και κατά το ήμισυ ψαριού ή φιδιού). Τα εντυπωσιακότερα ευρήματα του Ιερού, αναμφίβολα, αποτελούν υπερμεγέθεις μαρμάρινοι Ιππόκαμποι, που κοσμούσαν τα αετώματα του ναού.

Η Κρήνη (2) αποτελεί πρωτότυπη αρχιτεκτονική δημιουργία. Κατά μήκος της πρόσοψης υπήρχε κιονοστοιχία από μαρμάρινους δωρικούς κίονες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελούν δύο πτέρυγες στα άκρα, που προεξέχουν, και ένα εισέχον μεσαίο τμήμα με ημικυκλική μαρμάρινη εξέδρα στο εσωτερικό, για τη ανάπαυση των επισκεπτών του Ιερού. Στις πτέρυγες έρρεε καθαρό πόσιμο νερό από κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής. Η οροφή τους αποτελείτο από μαρμάρινες, φατνωματικές πλάκες διακοσμημένες με ανάγλυφα αστέρια, παρόμοια με αυτά, που βρίσκουμε στα Προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών. Στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια η κρήνη μετατρέπεται σε δεξαμενή νερού ή σε λουτρό (3).

Το Κτήριο Β (4) ερμηνεύεται ως «Άβατον» ή Θεραπευτήριο. Πρόκειται για μεγάλο ορθογώνιο οικοδόμημα το εσωτερικό του οποίου διαιρείται σε μικρότερους χώρους. Η πρώτη του οικοδομική φάση χρονολογείται στα τέλη 4ου αι. π.Χ. και η δεύτερη στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. στη ρωμαϊκή εποχή. Ανάλογα κτήρια απαντώνται και σε Ιερά αφιερωμένα στον Ασκληπιό (Θεό-Ιατρό), στην αρχαία ελληνική θρησκεία.

Το Κτήριο Q (5) θεωρείται ότι αποτελούσε «Εστιατόριον», όπου συντελούνταν λατρευτικά-τελετουργικά δείπνα. Πρόκειται για μεγάλο ορθογώνιο οικοδόμημα, η κατασκευή του οποίου χρονολογείται στα τέλη 4ου αι. π.Χ. Καταστράφηκε στη ρωμαϊκή εποχή με την ανέγερση των «Θερμών Ν». Στη βόρεια πλευρά του Kτηρίου Q, όπου κατά την ανασκαφή βρέθηκαν πολλά μαγειρικά σκεύη, τοποθετούνται τα «Μαγειρεία».

Β' ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΦΑΣΗ (2ος αι. π.Χ. - 1ος αι. π.Χ.)

Οι Ρόδιοι, τις πρώτες δεκαετίες του 2ου αι. π.Χ., αναδιοργανώνουν την ομοσπονδία του «Κοινού των Νησιωτών» επιλέγοντας το νησί της Τήνου και ειδικότερα το Ιερό του Ποσειδώνα ως έδρα της ομοσπονδίας. Η επιλογή τους συνδέεται άρρηκτα με την εμπορική σημασία του λιμανιού της Τήνου και την πανελλήνια φήμη του Ιερού, η οποία διατηρείται και τον 1ο αι. π.Χ., σύμφωνα με αναφορά του περίφημου γεωγράφου Στράβωνα ότι το Ιερό ήταν μεγάλο και «θέας άξιον».

Η περίοδος αυτή της οικονομικής ακμής για την Τήνο, αντανακλάται στο Ιερό με την ανέγερση νέων επιβλητικών κτηρίων, στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όπως η Στοά, ο Βωμός, το Κτήριο D αλλά και αναθημάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την «Εξέδρα του Ναυσίου».

H Στοά (6) μήκους 170 μ., από τις μεγαλύτερες γνωστές στοές στις Κυκλάδες, αποτελούσε τη μνημειώδη πρόσοψη αλλά και το νότιο όριο του Ιερού. Είχε διπλή όψη με δωρικές κιονοστοιχίες, βόρεια και νότια. Μαρμάρινα στοιχεία της στέγης του κτηρίου κοσμούσαν δελφίνια και ανθέμια.

Ο Βωμός (7), για τη διενέργεια θυσιών, μπροστά από το ναό αποτελούσε το επίκεντρο της λατρείας. Πρόκειται για κτίσμα μνημειακών διαστάσεων σε σχήμα Π με ανωδομή από ντόπιο λευκό και γκριζωπό μάρμαρο. Στον Βωμό οδηγούσε «Ιερά Οδός» στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες. Έφερε ζωφόρο με ανάγλυφο διάκοσμο, όπως βουκράνια (κεφαλές ταύρων), λουλούδια, καρπούς κ. α. Στην πρόσοψη του Βωμού ήταν στημένα δύο γλυπτά συμπλέγματα, που εικόνιζαν την πάλη του Έρωτα με τον αδελφό του Αντέρωτα, έργα του γλύπτη Αγασία από την Έφεσο. Πλησίον του Βωμού βρέθηκε μαρμάρινο ηλιακό ρολόι (2ος αι. π.Χ.), διακοσμημένο με ανάγλυφα δελφίνια και κεφαλή Γοργόνας. Είναι έργο του διάσημου αστρονόμου Ανδρόνικου από την Κύρρο της Μακεδονίας, δημιουργού και του μνημείου των Αέρηδων στην Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας.

Η «Εξέδρα του Ναυσίου» (8) ήταν ημικυκλικό μαρμάρινο αναθηματικό μνημείο, με αγάλματα μελών επιφανούς οικογένειας της Τήνου, σύμφωνα με επιγραφές που σώθηκαν στην εξέδρα. Αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα αναθηματικά μνημεία στο Ιερό.

Το Κτήριο D (9) είναι ένα μικρό ορθογώνιο οικοδόμημα, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., πάνω από παλαιότερο λάκκο θυσιών. Στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., το οικοδόμημα λειτούργησε ως ναΐσκος αφιερωμένος στη λατρεία ρωμαϊκής αυτοκρατορικής οικογένειας, όπως υποδεικνύουν αγάλματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν η προτομή της Αγριππίνας της Πρεσβυτέρας και ο ανδριάντας του Κλαύδιου.

Γ' ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΦΑΣΗ (1ος αι. μ.Χ. - 3ος αι. μ.Χ.)

Κατά τη διάρκεια των πρώτων μετά Χριστόν αιώνων το Ιερό διατηρεί την αίγλη του, έως τα μέσα του 3ο αι. μ.Χ., οπότε και εγκαταλείπεται. Την τελευταία αυτή περίοδο της ακμής φανερώνει η ίδρυση λουτρών όπως είναι οι Θέρμες Ν και C. Αγάλματα ρωμαίων αυτοκρατόρων και επιφανών πολιτών κοσμούν το Ιερό, ενώ εξίσου πολυάριθμες είναι και οι επιγραφές προς τιμήν τους.

Οι Θέρμες Ν (10) χτίστηκαν στη θέση του παλαιότερου «Εστιατορίου», στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. και πιθανόν, παρέμειναν ημιτελείς.

Οι Θέρμες C (11) χρονολογούνται μεταξύ του 150 μ.X.-200 μ.X., είναι το υστερώτερο σωζόμενο οικοδόμημα στο χώρο του Ιερού. Διακρίνονται τμήματα του αποδυτηρίου και μία δεξαμενή νερού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1). Ορλάνδος Α. (1937), «Η Κρήνη του εν Τήνω Ιερού του Ποσειδώνος και της Αμφιτρίτης», Αρχαιολογική Εφημερίς, 608-620.

2).Δώριζας Γ. Ι. (1970), Το Ιερόν του Ποσειδώνος και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια της Τήνου, Αθήνα.

3).Δώριζας Γ. Ι.(1974), Η Αρχαία Τήνος, Αθήνα.

4). Etienne R., et. al. (1986), Tenos I. Le sanctuaire de Poseidon et d? Amphitrite, Paris.

5). Etienne R. (1990), Tenos II. Tenos at les Cyclades du milieu du IVe siecle av. J-C au milieu du IIIe siecle apres J-C., Paris.

6). Νίγδελης Π. Μ. (1990), Πολίτευμα και κοινωνία των πόλεων των Κυκλάδων κατά την Ελληνιστική και Αυτοκρατορική Εποχή, Θεσσαλονίκη.

7). Φιλανιώτου Ο. Ενημερωτικό φυλλάδιο της ΚΑ? ΕΠΚΑ για το Ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια Τήνου.

8). Φιλανιώτου Ο. (2005), «Τήνος», στο Α. Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου, Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 223-225.

Συντάκτης
Αναστασία Αγγελοπούλου, Αρχαιολόγος