ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΦΩΤΟΘΗΚΗ
 
 
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, © ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αεροφωτογραφία του αρχαιολογικού χώρου
Στις βορειοδυτικές παρυφές του σημερινού χωριού Διμήνι, 5 χιλ. από την πόλη του Βόλου, επάνω σε χαμηλό λόφο με εξαίρετη εποπτεία στον Παγασητικό κόλπο, βρίσκεται ο μεγάλος και καλά οργανωμένος προϊστορικός οικισμός του Διμηνίου. Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς οικισμούς της Ελλάδας και για το σημαντικότερο οικισμό της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου. Μαζί με το Σέσκλο είναι οι πιο συστηματικά ανασκαμμένες νεολιθικές θέσεις της Θεσσαλίας, που μας προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την αρχιτεκτονική και οικονομική οργάνωση των προϊστορικών οικισμών. Η θέση σήμερα απέχει 3 χιλ. από την ακτογραμμή, ωστόσο την 5η χιλιετία π.Χ. η θάλασσα βρισκόταν σε απόσταση μόλις ενός χιλιομέτρου. Ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό του Διμηνίου αποτελεί η συνέχεια της κατοίκησης από τη Νεότερη Νεολιθική έως το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, γεγονός που αποδεικνύει ότι η πρόσβαση σε πεδινές εκτάσεις κατάλληλες για γεωργική καλλιέργεια και κτηνοτροφία, καθώς και στις θαλάσσιες οδούς του κεντρικού Αιγαίου αποτελούσαν τις κύριες προϋποθέσεις για την αδιάκοπη κατοίκηση των προϊστορικών θέσεων.

Η πρώτη εγκατάσταση στο λόφο χρονολογείται στο τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ., στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Ήταν μία οργανωμένη κοινότητα 200-300 κατοίκων, που ζούσαν σε 30-40 σπίτια και ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και με την αλιεία, λόγω της μικρής απόστασης από τη θάλασσα. Το Διμήνι ξεχωρίζει από τους άλλους νεολιθικούς οικισμούς γιατί παρουσιάζει ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο, τους έξι λιθόκτιστους περιβόλους, που είχαν οικοδομηθεί γύρω από τον οικισμό κατά ζεύγη, με σκοπό πιθανότατα να στηρίζουν το έδαφος και να ορίζουν το χώρο. Ανάμεσά τους ήταν κτισμένα τα σπίτια, ενώ στο κέντρο βρισκόταν μία ευρύχωρη αυλή. Η κεραμική, που βρέθηκε στον οικισμό, γνωστή ως κεραμική «Διμηνίου», χαρακτηρίζεται από αγγεία με σκούρα διακόσμηση από γεωμετρικά μοτίβα, που καλύπτει όλη την ανοιχτόχρωμη επιφάνειά τους. Βρέθηκε, επίσης, μεγάλος αριθμός εργαλείων από οψιανό, πυριτόλιθο, πέτρα και οστό, ειδώλια και κοσμήματα. Οι ταφικές συνήθειες των κατοίκων δεν είναι γνωστές. Μέσα στον οικισμό βρέθηκαν λίγες ταφές μικρών παιδιών τοποθετημένες σε αγγεία.

Η κατοίκηση συνεχίσθηκε στο Διμήνι και κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού, αλλά μεταφέρθηκε στην πεδινή περιοχή πιο νότια και ανατολικά του λόφου. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η έκταση του οικισμού ούτε αν υπήρξε διακοπή στην κατοίκηση μέχρι τη μυκηναϊκή εποχή. Στη Μέση Εποχή του Χαλκού ο λόφος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, από το οποίο έχουν αποκαλυφθεί 16 κιβωτιόσχημοι τάφοι.

Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στην πεδιάδα προς τη θάλασσα νοτιοανατολικά του λόφου αναπτύχθηκε ανακτορικό κέντρο και σημαντικός οικισμός, που ίσως ταυτίζεται με τη μυκηναϊκή Ιωλκό, την πόλη από όπου ξεκίνησε η μυθική Αργοναυτική εκστρατεία. Ο οικισμός ιδρύθηκε στα μέσα του 15ου αι. π.Χ. και γνώρισε μεγάλη ακμή στο 14ο και 13ο αι. π.Χ. Περιλάμβανε σπίτια και εργαστήρια εκατέρωθεν ενός μεγάλου δρόμου, στα οποία διαπιστώθηκαν προσθήκες και ανακαινίσεις χώρων, που αντιστοιχούν σε τρεις κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις. Στην πρώτη αρχιτεκτονική φάση, που χρονολογείται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο, οικοδομήθηκαν ένας μεγάλος κεραμικός κλίβανος στο άκρο του οικισμού, καθώς και οι δύο μεγάλοι θολωτοί τάφοι που έχουν αποκαλυφθεί στην περιοχή και πιθανότατα ήταν η μεταθανάτια κατοικία των τοπικών ηγεμόνων. Στις αρχές του 13ου αι. π.Χ. (ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδος) ιδρύθηκε το ανακτορικό κέντρο, μοναδικό στην περιοχή, όπου κατοικούσε μία άρχουσα τάξη που συγκέντρωνε διοικητική, θρησκευτική και οικονομική εξουσία, και είχε επαφές με όλο το γνωστό μυκηναϊκό κόσμο μέσω ενός ανεπτυγμένου συστήματος εμπορικών ανταλλαγών. Το ανάκτορο αποτελείται από δύο μεγάλα μέγαρα που πλαισιώνονται από άλλα μικρότερα κτήρια και συνδέονται με μία εσωτερική αυλή. Το κτήριο καταστράφηκε ολοσχερώς από ισχυρή πυρκαγιά στο τέλος του 13ου αι. - αρχές 12ου αι. π.Χ., ενώ στα τέλη του 13ου αι. π.Χ. (πρώιμη ΥΕ ΙΙΙΓ) όλα τα κτήρια του οικισμού εγκαταλείφθηκαν χωρίς να σημειωθεί καταστροφή. Η θέση ερημώθηκε και ξανακατοικήθηκε μόνο στα νεότερα χρόνια.

Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο έγιναν από τους Β. Στάη και Χ. Τσούντα στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1901 ανασκάφηκε από τον Β. Στάη ο θολωτός τάφος πάνω στο λόφο, ενώ ο δεύτερος θολωτός τάφος, γνωστός ως «Λαμιόσπιτο», είχε ανασκαφεί το 1886 από τους Lolling και Wolters. Στη δεκαετία 1950 ο Ν. Βερδελής πραγματοποίησε εργασίες συντήρησης των νεολιθικών λειψάνων του οικισμού, που συνεχίσθηκαν και το 1974-1977, όταν ο Γ. Χουρμουζιάδης πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες στο νεολιθικό οικισμό με σκοπό να επαναπροσδιορίσει την αρχιτεκτονική του και κυρίως τη χρήση των περιβόλων. Το 1980 ξεκίνησε από τη Β. Αδρύμη-Σισμάνη η ανασκαφή του μυκηναϊκού οικισμού στην πεδιάδα ανατολικά του λόφου, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης τοίχων και θεμελίων του νεολιθικού οικισμού και διαμορφώσεις του αρχαιολογικού χώρου για τη διευκόλυνση των επισκεπτών.
Συντάκτης
Δρ Β. Αδρύμη - Σισμάνη, αρχαιολόγος
 
 
Χρονολόγηση
5η - 3η χιλιετία π.Χ.