ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΦΩΤΟΘΗΚΗ
 
 
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, © ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Γενική κάτοψη του χώρου
Ο αρχαιολογικός χώρος του Διμηνίου περιλαμβάνει το νεολιθικό οικισμό στην κορυφή του λόφου και τα λείψανα του μεταγενέστερου προϊστορικού οικισμού στην πεδινή έκταση ανατολικά και νοτιοανατολικά του. Από το νεολιθικό οικισμό σώζονται σήμερα μόνο τα λίθινα θεμέλια των οικοδομημάτων, που καταλαμβάνουν έκταση όχι μεγαλύτερη από 30 στρέμματα και δίνουν την εικόνα μιας οργανωμένης κοινότητας. Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούν οι έξι ομόκεντροι λίθινοι περίβολοι, που κτίσθηκαν σταδιακά κατά ζεύγη γύρω από το λόφο, αρχικά οι τρεις γύρω από την κεντρική αυλή και αργότερα οι υπόλοιποι. Οι περίβολοι τέμνονται από ισάριθμους, ακτινωτά τοποθετημένους στενούς διαδρόμους, που χωρίζουν τον οικισμό σε τέσσερα τμήματα. Ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων κτίσθηκαν τα σπίτια, που είχαν λίθινα θεμέλια, πλίνθινη ανωδομή και ήταν όλα αρκετά ευρύχωρα, περίπου ίδια σε μέγεθος και εξοπλισμό. Αποτελούνταν από δύο ή τρία κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, ενώ σε όλα υπήρχαν ιδιαίτερες κατασκευές για την προετοιμασία της τροφής και την αποθήκευση των καρπών. Ένα μεγάλο μονόχωρο σπίτι, γνωστό ως «Οικία Ν» ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη οργάνωση του εσωτερικού του χώρου. Μέσα σε αυτό βρέθηκαν χώροι για την προετοιμασία της τροφής (εστίες) και ένας αποθηκευτικός χώρος, διαμορφωμένος σε ένα μικρό ιδιαίτερο χώρισμα, που περιείχε πιθάρια γεμάτα απανθρακωμένα σιτηρά και μικρά αγγεία με απανθρακωμένα σύκα. Στην κορυφή του λόφου οι δύο πρώτοι περίβολοι ορίζουν την κεντρική αυλή διαστάσεων 30 x 25 μ., σημείο αναφοράς όλων των δραστηριοτήτων του οικισμού. Στο ΒΑ άκρο της κεντρικής αυλής στο τέλος της νεολιθικής περιόδου (τέλος 4ης χιλιετίας π.Χ.) κτίσθηκε ένα μεγάλο μέγαρο που αποτελείται από δύο δωμάτια και ένα πρόδομο.

Στο λόφο σώζονται, ακόμη, 16 κιβωτιόσχημοι τάφοι της Μέσης Εποχής του Χαλκού (2η χιλιετία π.Χ.), ενώ στη νοτιοδυτική γωνία της κεντρικής αυλής του νεολιθικού οικισμού σώζονται τα θεμέλια ενός μυκηναϊκού μεγάρου, για την κατασκευή των οποίων έχουν χρησιμοποιηθεί λίθινες πλάκες από κιβωτιόσχημους τάφους. Από το μέγαρο αυτό δε σώθηκε κανένα εύρημα.

Περίπου 150 μ. νότια και νοτιοδυτικά του λόφου, σε έκταση μεγαλύτερη από 100 στρέμματα, σώζονται τα πιο σημαντικά λείψανα του μυκηναϊκού οικισμού και του ανακτορικού κέντρου της περιοχής, που είναι πιθανό ότι ταυτίζεται με την αρχαία Ιωλκό. Ο οικισμός περιλάμβανε ορθογώνια «μεγαροειδή» σπίτια, κτισμένα με ενιαίο προσανατολισμό, δεξιά και αριστερά από ένα φαρδύ δρόμο με κατεύθυνση Β-Ν και πλάτος 4,5 μ., που σώζεται σε μήκος 45 μ. Ο δρόμος περιβαλλόταν από δύο ψηλούς μαντρότοιχους, που δεν επέτρεπαν άμεση πρόσβαση από τα σπίτια. Τα σπίτια περιείχαν χώρους διαμονής και αποθήκευσης, σχεδόν όλα είχαν πήλινους λουτήρες, ενώ σε ορισμένα διακρίνονται και ίχνη συστήματος αποχέτευσης. Στα όρια του οικισμού προς τα ανατολικά σώζεται ένας κεραμικός κλίβανος και ένα δεύτερο εργαστήριο. Ο οικισμός χρονολογείται στον 15ο-12ο αι. π.Χ. και στη διάρκεια της ζωής του διαπιστώθηκαν προσθήκες και ανακαινίσεις χώρων, που αντιστοιχούν σε τρεις κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις (ΥΕ ΙΙΒ έως ΥΕ ΙΙΙΑ και ΥΕ ΙΙΙΒ έως ΥΕ ΙΙΙΓ).

Στην περιοχή ανάμεσα στο λόφο και το συγκρότημα των σπιτιών που χωρίζονται από το δρόμο βρισκόταν το ανακτορικό συγκρότημα, που ιδρύθηκε στις αρχές του 13ου αι. π.Χ. (Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ1 περίοδος) και αποτελείται από δύο μέγαρα, μικρότερα κτίσματα και μία εσωτερική αυλή. Φαίνεται ότι θεμελιώθηκε πάνω σε παλιότερο μέγαρο του 14ου αι. π.Χ. και εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 12ου αι. π.Χ. (πρώιμη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδος).

Στα βορειοδυτικά του λόφου με το νεολιθικό οικισμό σώζεται ένας θολωτός μυκηναϊκός τάφος, που χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΒ2 περίοδο (β΄ μισό του 13ου αι. π.Χ.). Είναι αρκετά μεγάλος, καλοκτισμένος, με ανακουφιστικό τρίγωνο και κτιστή λάρνακα στο εσωτερικό του, αλλά λείπει το άνω μέρος του, που έχει καταρρεύσει. Περίπου 300 μ. δυτικά του λόφου σώζεται σε καλύτερη κατάσταση ένας δεύτερος θολωτός μυκηναϊκός τάφος, γνωστός ως «Λαμιόσπιτο», που χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΑ2 περίοδο (β΄ μισό του 14ου αι. π.Χ.). Αν και συλημένος είχε αρκετά πλούσια ευρήματα, όπως χρυσά κοσμήματα, χάντρες και περιδέραια από υαλόμαζα, ελεφαντοστέινα εξαρτήματα και χάλκινα όπλα.
Συντάκτης
Δρ Β. Αδρύμη - Σισμάνη, αρχαιολόγος