ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
 
 
Ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος της Πέλλας, βόρεια του του δημόσιου δρόμου Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών, περιλαμβάνει τμήμα του οικιστικού τομέα της πόλης, και ειδικότερα, τις οικίες του Διονύσου, της Ελένης, των κονιαμάτων, του Ποσειδώνος, καθώς και μέρος της αγοράς. Αποτελεί μόνο ένα τμήμα της αρχαίας πόλης, η οποία συνολικά καλύπτει έκταση περίπου 4.000 στρεμμάτων. Υπάρχουν και άλλοι ανεσκαμμένοι χώροι, αλλά μη επισκέψιμοι, στο ανάκτορο, στο ιερό της Μητέρας των Θεών και της Αφροδίτης και στο ιερό του Δάρρωνα. Τα μνημεία που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης ανήκουν κατά κύριο λόγο στην ελληνιστική εποχή. Από την κλασική πόλη έχουν εντοπισθεί μόνο σποραδικά λείψανα στην περιοχή του σύγχρονου αρδευτικού καναλιού, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο πυρήνας της βρισκόταν στην περιοχή νότια του δρόμου Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών. Τα αρχαιολογικά ευρήματα αυτής της εποχής είναι φειδωλά, ωστόσο είναι βέβαιο ότι τα ανατολικά όρια της πόλης ήταν στην περιοχή του παλαιότερου νεκροταφείου, που εντοπίσθηκε στην ανατολική και νοτιοανατολική περιοχή της αγοράς.

Τα ανατολικά όρια της ελληνιστικής πόλης εκτείνονταν περίπου 800 μ. ανατολικά του κλασικού νεκροταφείου. Τα βόρεια όριά της καθορίζονταν από το ανάκτορο, ενώ για τα δυτικά και νότια δεν υπάρχουν ακόμη ενδεικτικά ανασκαφικά στοιχεία. Η πόλη προστατευόταν από ισχυρή οχύρωση, που μνημονεύεται και από αρχαίους συγγραφείς, τμήματα της οποίας έχουν έλθει στο φως βόρεια του ανακτόρου. Το ανάκτορο, που δεν είναι επισκέψιμο, βρίσκεται στο βορειότερο λόφο της πόλης. Πρόκειται για κτηριακό συγκρότημα έκτασης 60.000 τ.μ., αποτελούμενο από τέσσερις ενότητες που έχουν ως πυρήνα μεγάλο υπαίθριο χώρο. Νοτιότερα, στην επίπεδη περιοχή βρίσκεται η αγορά, όπου επικεντρωνόταν η μεγάλη παραγωγική δραστηριότητα της Πέλλας στην ελληνιστική εποχή. Πρόκειται για κτηριακό συγκρότημα στο κέντρο της πόλης, έκτασης 70.000 τ.μ., που περιλαμβάνει καταστήματα πώλησης ή εργαστήρια κατασκευής διαφόρων προϊόντων, χώρους με διοικητικό χαρακτήρα, καθώς και το αρχείο της πόλης, όπου βρέθηκαν πήλινα σφραγίσματα παπύρων.

Γύρω από την αγορά εκτείνεται το οικιστικό τμήμα της πόλης. Το ρυμοτομικό της σχέδιο στηρίζεται στο ιπποδάμειο σύστημα, με οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία ορίζονται από δρόμους που τέμνονται κάθετα. Μνημειακοί, πλακόστρωτοι δρόμοι πλαισιωμένοι από πεζοδρόμους ξεκινούσαν από το λιμάνι και κατέληγαν στην κεντρική λεωφόρο της αγοράς, διευκολύνοντας την πλούσια εμπορική κίνηση, ενώ καλά μελετημένα συστήματα υδροδότησης και αποχέτευσης παρείχαν στους κατοίκους ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης. Οι ιδιωτικές κατοικίες αποδεικνύουν την ανάπτυξη και τον πλούτο της πόλης, καθώς οι περισσότερες διαθέτουν περιστύλιο με δωρική ή ιωνική κιονοστοιχία και δεύτερο όροφο. Πολλά σπίτια ήταν διακοσμημένα με ψηφιδωτά δάπεδα, που διαθέτουν θεματική ποικιλία και τεχνική αρτιότητα (κατοικία με τα ψηφιδωτά δάπεδα του Διονύσου και του κυνηγιού του λιονταριού, κατοικία με τα ψηφιδωτά δάπεδα της αρπαγής της Ελένης, του κυνηγιού του ελαφιού και της Αμαζονομαχίας).

Διάφορα τεμένη μέσα στην πόλη αλλά και εκτός των τειχών δίνουν στοιχεία για τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων της Πέλλας και για την αρχιτεκτονική των ιερών χώρων. Το Θεσμοφόριο, αφιερωμένο στη Δήμητρα Θεσμοφόρο, στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης, αποτελείται από κυκλικό περίβολο με βωμό στο κέντρο και λαξεύματα (μέγαρο) στο δάπεδο. Το ιερό της Αφροδίτης - Κυβέλης, Μητέρας των Θεών, βόρεια της αγοράς, είναι υπαίθριος χώρος με ναό πιθανώς της Μητέρας των Θεών. Στο συγκρότημα υπάρχουν χώροι εργαστηρίων, αποθηκών και συμποσίων. Το ιερό του Δάρρωνα, θεραπευτή θεού (που ταυτίσθηκε με επιγραφή) βρίσκεται στην περιοχή του σύγχρονου αρδευτικού καναλιού και αποτελείται από υπαίθριους χώρους, ναό, κρηναίο, δεξαμενή και φρεάτια.

Στην περιφέρεια της πόλης βρίσκονταν τα νεκροταφεία. Το παλαιότερο, στην περιοχή της αγοράς, περιλαμβάνει κιβωτιόσχημους τάφους λαξευμένους στο φυσικό βράχο, ενώ αργότερα, στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ., εμφανίσθηκαν και οι υπόγειοι θαλαμωτοί καμαροσκέπαστοι, μακεδονικοί τάφοι, που καλύπτονταν με τύμβο.
Συντάκτης
Μ. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, σρχαιολόγος